ευαλκής

εὐαλκής, -ές (Α)
ισχυρός, άλκιμος («εὐαλκής νεότης», Κλήμ. Αλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -αλκής (< αλκή «δύναμη»), πρβλ. αν-αλκής, τοξ-αλκής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Εὐάλκης — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐάλκη — Εὐάλκης masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.